Πέθανε σε ηλικία 83 ετών - Μεγάλη καριέρα και στο σινεμά ο ηθοποιός
Έγραψε την δική του ιστορία στο καλλιτεχνικό στερέωμα ο Χρήστος Πολίτης, ο οποίος βρέθηκε νεκρός μέσα στο διαμέρισμά σήμερα το μεσημέρι. Έφυγε από την ζωή σε ηλικία 83 ετών (γεννημένος στις 27 Δεκεμβρίου του 1942).
Για περισσότερο από μια δεκαπενταετία, ο Χρήστος Πολίτης αποτελούσε το πιο τρανταχτό παράδειγμα καλλιτέχνη που αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη στο σύστημα της εγχώριας showbiz την ώρα που βρισκόταν στο απόγειό του.
Η πορεία του ηθοποιού
Αν και πολλοί πίστευαν ότι δεν θα τον ξαναέβλεπαν ποτέ στο πανί, η επιστροφή του το 2022 στην ταινία «Broadway» του Χρήστου Μασσαλά προκάλεσε αίσθηση. Μετά από 47 ολόκληρα χρόνια μακριά από το σινεμά, ο Πολίτης εμπιστεύτηκε το όραμα ενός νέου δημιουργού, αποδεικνύοντας ότι το ένστικτό του παραμένει ενεργό.
Αυτή η κίνηση ήρθε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της «Λάμψης», της σειράς του Νίκου Φώσκολου που τον κράτησε στην πρώτη γραμμή από το 1991 έως το 2005. Παρά την τεράστια επιτυχία, ο ίδιος δεν δίστασε να παραδεχτεί πως ο ρόλος του Γιάγκου Δράκου λειτούργησε ως μια μορφή καλλιτεχνικού εγκλωβισμού, επισκιάζοντας την προηγούμενη πλούσια διαδρομή του.
Καριέρα στο σινεμά
Πριν η τηλεόραση μπει σε κάθε σπίτι, ο Χρήστος Πολίτης (γεννημένος ως Χρήστος Πιατουλάκης στο Ηράκλειο Κρήτης) είχε ήδη χτίσει έναν μύθο στον ελληνικό κινηματογράφο. Απόφοιτος του Εθνικού Θεάτρου το 1965, ξεχώρισε αμέσως για τη χαρακτηριστική, βαθιά φωνή του και το επιβλητικό του παράστημα.
Συνεργαζόμενος με τον παραγωγό Τζέιμς Πάρις, πρωταγωνίστησε σε μερικές από τις μεγαλύτερες ιστορικές παραγωγές της χώρας. Το κοινό τον λάτρεψε ως Δημήτριο Υψηλάντη στον «Παπαφλέσσα», ενώ οι ερμηνείες του στις ταινίες «Σουλιώτες», «Όχι» και «28η Οκτωβρίου ώρα 5:30» θεωρούνται μέχρι σήμερα κλασικές. Η υποκριτική του αξία είχε σφραγιστεί νωρίτερα, το 1969, με το βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το «Κορίτσι του 17».
Παράλληλα, η θεατρική του παιδεία τον οδήγησε σε σπουδαίες παραστάσεις στην Επίδαυρο και στη δημιουργία του «Απλού Θεάτρου», επιβεβαιώνοντας πως η υποκριτική γι’ αυτόν ήταν πάντα μια υπόθεση ουσίας και όχι απλής προβολής.