Αναδρομικά διεκδικούν και οι δημόσιοι υπάλληλοι μετά και την απόφαση του ΣτΕ για τα δώρα – News.gr

Αναδρομικά διεκδικούν και οι δημόσιοι υπάλληλοι μετά και την απόφαση του ΣτΕ για τα δώρα

Αναδρομικά διεκδικούν και οι δημόσιοι υπάλληλοι μετά και την απόφαση του ΣτΕ για τα δώρα

Το κόστος για τα κρατικά ταμεία ανέρχεται σε 1,6 δισ. ευρώ το χρόνο

Μεγάλη ανατροπή στα δεδομένα έφερε η χθεσινή απόφαση του ΣΤ τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία έκρινε αντισυνταγματική την περικοπή των δώρων των (εν ενεργεία) δημοσίων υπαλλήλων. Αν και το θέμα θα κριθεί τελικά από την Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, ήδη έχει ανοίξει ο δρόμος για διεκδικήσεις όχι μόνο των δώρων αλλά και αναδρομικών.

Εφόσον η Ολομέλεια του ΣτΕ επικυρώσει την αντισυνταγματικότητα της περικοπής των δώρων, τότε το ετήσιο κόστος για τον προϋπολογισμό από την επαναφορά τους θα είναι 1,6 δισ. ευρώ.

Ήδη, σύμφωνα με πληροφορίες που έχει το news.gr, ομάδες δημοσίων υπαλλήλων ανώτερου βαθμού έχουν κινήσει νομική διαδικασία διεκδικώντας αναδρομικά την καταβολή των δώρων που τους είχαν περικοπεί από το 2013.

Το κείμενο της αίτησης της ΑΔΕΔΥ για τη διεκδίκηση των αναδρομικών:

 

Τα δώρα αντικατέστησαν τους δυο μισθούς στο Δημόσιο, που με το νόμο 3845 του 2010 περιορίστηκαν σε ετήσιο ποσό 1.000 ευρώ, εκ των οποίων οι υπάλληλοι έπαιρναν 500 ευρώ αντί 13ου μισθού ως δώρο Χριστουγέννων και 250 ευρώ και 250 ευρώ ως δώρο Πάσχα και Επίδομα Αδείας, αντίστοιχα, αντί του 14ου μισθού που είχαν πριν από την εφαρμογή των περικοπών.

Το σκεπτικό της απόφασης αφορά την κατάργηση των δώρων από την 1/1/2013 στους μισθούς, που προβλέφθηκε με το νόμο 4093, έγινε αφού είχε ήδη προηγηθεί η περικοπή τους στα 1.000 ευρώ το 2010 και αφού είχαν ήδη επισυμβεί πρόσθετες μειώσεις σε επιδόματα.

Στο πολυσέλιδο σκεπτικό τους, οι σύμβουλοι Επικρατείας αναφέρουν πως οι περικοπές που έγιναν με το δεύτερο μνημόνιο (νόμος 4093/12) και εφαρμόστηκαν  από την 1.1.2013, αντίκεινται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.

Σύμφωνα τους ανώτατους δικαστές του ΣτΕ «ο νομοθέτης όφειλε αποφαινόμενος τεκμηριωμένα για την αναγκαιότητα του μέτρου, να εξετάσει την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και να συγκρίνει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τον επιδιωκόμενο δημόσιο σκοπό της δημοσιονομικής προσαρμογής καθώς και εάν οι επιπτώσεις της συγκεκριμένης περικοπής αποδοχών στο βιοτικό επίπεδο των θιγόμενων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, και συνδυαζόμενες με τις κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες, οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των υπαλλήλων, κάτω του επιπέδου της αξιοπρεπούς διαβίωσης».

Παρακαλούμε περιμένετε ...