«Όλα τα κόμματα θα αναμετρηθούν με την ιστορία και θα δώσουν εξετάσεις στους πολίτες»
«Σήμερα ο πρωθυπουργός εκκινεί μια κορυφαία διαδικασία που είναι η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Είναι μια διαδικασία που προφανώς δεν εξαντλείται στην παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο, αλλά επεκτείνεται και στην επόμενη. Και νομίζω ότι το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων και η κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά και όλα τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης θα αναμετρηθούν με την ιστορία και θα δώσουν εξετάσεις ξεχωριστά ο καθένας και συνολικά το πολιτικό σύστημα στους πολίτες. Εμείς δεν θέλουμε μια διεκπεραιωτική διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Ο πρωθυπουργός ως πρόεδρος της ΝΔ και επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, γιατί θυμίζω είναι μια κοινοβουλευτική διαδικασία, όχι μια διαδικασία κυβερνητική, επιδιώκει μια αναθεώρηση συντάγματος με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση, ούτως ή άλλως χωρίς αυτή δεν μπορεί να γίνει κάτι, όπου θα δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο, ένα νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης» τόνισε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεχώρισε 4 σημεία λέγοντας: «Το πρώτο, το οποίο θεωρώ το πιο σημαντικό, είναι να μην επιτρέψουμε ξανά η χώρα μας να βρεθεί στα βράχια από τους επόμενους λαϊκιστές, τους επόμενους θιασώτες του "λεφτά υπάρχουν", τους επόμενους εμπόρους ελπίδας, τους επόμενους μαξιμαλιστές. Να μην επιτρέπεται, δηλαδή, να ψηφίζονται προϋπολογισμοί οι οποίοι εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά, παράγουν υπερβολικά ελλείμματα. Το "δώσ' τα όλα" που ξεκίνησε τη δεκαετία του '80, να μείνει μόνο στην ιστορία ως μια άσχημη ανάμνηση που οδήγησε 650.000 νέους ανθρώπους στο εξωτερικό. Για μένα αυτή είναι μια βαθιά πολιτική απόφαση, μια μεγάλη πολιτική μάχη που κάθε κόμμα και ειδικά τα κόμματα που είναι πέριξ του κέντρου θα αναμετρηθούν με την ιστορία. Είτε θα το στηρίξουν και θα δείξουν ότι το κακό τους παρελθόν το απέβαλαν είτε δεν θα το στηρίξουν πετώντας την μπάλα στην εξέδρα και θα δείξουν ότι δεν έχουν αλλάξει τα ίδια».
«Το δεύτερο που είναι πάρα πολύ σημαντικό είναι η αναθεώρηση του άρθρου 86. Κορυφαία προτεραιότητα, κορυφαία ευθύνη, θεωρώ, με όλα όσα έχουν συμβεί όλα αυτά τα χρόνια, το έχουμε πει πολλές φορές, δεν πρέπει να είναι αποκλειστική αρμοδιότητα να περνάει από το φίλτρο των κομματικών συσχετισμών η παραπομπή ή μη ενός υπουργού, υφυπουργού, ενός κυβερνητικού στελέχους στη δικαιοσύνη» σημείωσε.
«Για το άρθρο 16, η Ελλάδα είχε μείνει με την Κούβα εξαίρεση, δόθηκε μια προσωρινή σημαντική λύση για την ίδρυση παραρτημάτων. Ήρθε η ώρα να μην χαθεί άλλη μια ευκαιρία, όπως χάθηκε στη συνταγματική αναθεώρηση που ολοκληρώθηκε το 2008 με την τότε ιστορική κυβίστηση του ΠΑΣΟΚ. Αυτή τη φορά να μην γίνει κάτι τέτοιο, να υπάρχει απαιτούμενη πλειοψηφία και να αλλάξει το άρθρο 16. Και από εκεί και πέρα όλα όσα πρέπει να κάνουμε συνολικά για την δικαιοσύνη, για την ηγεσία της δικαιοσύνης και όλες τις προτεραιότητες τις οποίες περιέγραψε ο πρωθυπουργός» πρόσθεσε.
Επίσης, είπε ότι είναι ενδεικτικές οι θεματικές στις οποίες αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός. «Ο στόχος είναι να γίνει μια πιο διευρυμένη συζήτηση, να εντάξουμε όλο και περισσότερα άρθρα. Και θα ήθελα να κλείσω με κάτι, σκοπίμως, το οποίο θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη αξία, αντίστοιχη για μένα με την δημοσιονομική σταθερότητα και την συνταγματική πρόβλεψη για τους όποιους επόμενους προϋπολογισμούς, που είναι η αξιολόγηση. Και εδώ νομίζω ότι είναι μια πολιτική μάχη που θα φανεί αν η Ελλάδα έχει το βλέμμα της στο 2030 ή είναι κολλημένη στο παρελθόν. Ήρθε η ώρα να δούμε το ζήτημα της αξιολόγησης στο δημόσιο, να το συνδέσουμε με το σύνταγμά μας και με τη συζήτηση περί μονιμότητας και εδώ νομίζω ότι όλοι μας θα αναμετρηθούμε με την ιστορία και με το ποια χώρα θέλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές» ανέφερε.
Επιπλέον απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε ότι η επιστολή αυτή εστάλη από τον πρωθυπουργό με την ιδιότητά του ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και απευθύνεται στην κοινοβουλευτική του ομάδα που είναι η κυβερνητική πλειοψηφία, ούτως ώστε να συνδιαμορφώσουν όλοι μαζί την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας στη διαδικασία που στη συνέχεια ακολουθεί, που είναι ο διάλογος και η συζήτηση με όλες τις πολιτικές δυνάμεις. «Άρα πρώτα διαμορφώνουμε τη δική μας πρόταση, όπως αντίστοιχα θα διαμορφώσουν και τα υπόλοιπα κόμματα την αντίστοιχη δική τους πρόταση και στη συνέχεια η δική μας πρόταση θα συζητηθεί μαζί με τις προτάσεις των υπόλοιπων κομμάτων για να υπάρξουν και οι απαραίτητες συνθέσεις. Γι' αυτό ακριβώς και η επιστολή αποστέλλεται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη με την ιδιότητά του ως πρόεδρος της ΝΔ» ανέφερε.
Σε ερώτηση για τις δηλώσεις της κ. Αλεξοπούλου, ο κ. Μαρινάκης τόνισε: «Νομίζω ότι η κυρία Αλεξοπούλου, αυτό που ήθελε να πει και εκεί που απευθυνόταν δεν είναι στους πολίτες. Δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρήσει κανείς ότι μπορεί να απευθύνεται στους πολίτες. Σε έναν λαό, ο οποίος υπέστη τόση μεγάλη δοκιμασία με τόσες περικοπές λόγω των μνημονίων και των δύσκολων ετών της οικονομικής κρίσης ως αποτέλεσμα της μαξιμαλιστικής πολιτικής των προηγούμενων ετών, που χρεοκόπησε την Ελλάδα».
«Νομίζω ότι αυτό το οποίο ήθελε να πει η κ. Αλεξοπούλου ήταν ότι η λογική που ακολουθήθηκε αρχικά από το ΠΑΣΟΚ του 1980 και κορυφώθηκε από τον κ. Τσίπρα, την δήθεν περήφανη διαπραγμάτευση, δηλαδή του ταξίματος περισσότερων - έχει περάσει ανεπιστρεπτή στο παρελθόν. Δηλαδή, το «τζάμπα πέθανε» έχει να κάνει με τα κόμματα της αντιπολίτευσης - δυστυχώς δεν είναι και λίγα - τα οποία έταζαν στους πάντες τα πάντα και έφτασαν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού και σε καμία περίπτωση δεν έχει να κάνει με τους πολίτες» σημείωσε.
«Παρερμηνεύθηκε, ίσως δεν διατυπώθηκε όπως θα έπρεπε, αλλά σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν μπορεί να απευθυνθεί στην κοινωνία, στους πολίτες. Απευθύνεται όμως ξεκάθαρα στα κόμματα που τάζουν τα λεφτά των φορολογούμενων χωρίς να ξέρουν από πού θα τα πάρουν και πού θα τα δώσουν» συμπλήρωσε.
Στη συνέχεια ο κ. Μαρινάκης αναφερόμενος στους μισθούς είπε: «Τα στοιχεία που έρχονται από το πληροφοριακό σύστημα Εργάνη, γκρεμίζουν την προπαγάνδα της αντιπολίτευσης και κάποιων δημοσιογράφων, που προσπαθούν να παρουσιάσουν τη χώρα μας ως μια χώρα που παραπαίει οικονομικά. Μια χώρα που έχει καταφέρει και έχει δημιουργήσει 560.000 και παραπάνω νέες θέσεις εργασίας, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων είναι πλήρους απασχόλησης, μια τέτοια κυβέρνηση νομίζω έχει πετύχει την πιο σημαντική κατάκτηση σε σχέση με την κοινωνική πολιτική».
Επιπλέον αναφέρθηκε στους μισθούς οι οποίοι, όπως είπε, αυξήθηκαν. «Πάνω από 1.000 ευρώ, το 2019 έπαιρνε το 36% των εργαζομένων. Λίγο πάνω από 1 στους 3, για να το καταλαβαίνουμε έτσι σχηματικά. Αυτό το 36%, το 1 στα 3, έχει γίνει περίπου 2 στα 3. Είναι 63,5%, περίπου 2 στους 3. Μέσα σε πολύ δύσκολα χρόνια, πανδημίας, χρόνια όπου η Ευρώπη δεν είχε ρυθμούς ανάπτυξης όπως είχε το 2015-19. Μέσος μισθός: ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης όπου πλέον οι θέσεις πλήρους απασχόλησης είναι το 78,5% στη χώρα μας, κάτι το οποίο δεν υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια, έχει ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ που ήταν η προεκλογική μας δέσμευση. Ενώ ο μέσος μισθός συνολικά έχει ξεπεράσει τα 1.360 ευρώ και φτάνουμε στα 1.500 ευρώ» υπογράμμισε ο κ. Μαρινάκης.