Τι είναι οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες

Τι ισχύει σε περίπτωση μη εφαρμογής τους

Η ευρωπαϊκή οδηγία καθορίζει τους στόχους που πρέπει να επιτύχουν τα κράτη μέλη, τα οποία είναι ελεύθερα να επιλέξουν τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουν για το σκοπό αυτό. Η οδηγία μπορεί να απευθύνεται σε ένα, σε περισσότερα από ένα ή σε όλα τα κράτη μέλη. Για να έχουν αποτελέσματα  οι οδηγίες θα πρέπει ο εθνικός νομοθέτης να θεσπίσει μια νομοθετική πράξη μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο,  δυνάμει της οποίας, η εθνική νομοθεσία θα μπορεί να προσαρμοστεί στους στόχους της οδηγίας.
 
Οι οδηγίες προβλέπουν προθεσμία για τη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο και  η μεταφορά τους στο εσωτερικό (εθνικό) δίκαιο του κάθε κράτους – μέλους θα πρέπει να ολοκληρωθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζει η εκάστοτε οδηγία.
 
Όταν λοιπόν ένα κράτος μέλος δεν τηρεί αυτή την υποχρέωση, η Επιτροπή διαθέτει ειδικές εξουσίες (προσφυγή για παράβαση) που προβλέπονται στα άρθρα 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και106a της συνθήκης ΕΚΑΕ προκειμένου να λήξει η εν λόγω παράβαση και, σε ορισμένες περιπτώσεις να προσφεύγει στο Δικαστήριο.
 
 
Ως παράβαση νοείται η παραβίαση από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης. Η παράβαση μπορεί να συνίσταται σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη
 

Στο πλαίσιο της προσφυγής για παράβαση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινεί κατ' αρχάς μια διοικητική διαδικασία που ονομάζεται «διαδικασία παράβασης» ή «διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής».

 
Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει πολλά στάδια.
 
1.Η προειδοποιητική επιστολή αποτελεί το πρώτο βήμα του σταδίου προ της ασκήσεως προσφυγής, κατά το οποίο στάδιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από κάποιο κράτος μέλος να υποβάλει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, τις παρατηρήσεις του σχετικά με κάποιο πρόβλημα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το οποίο έχει εξακριβωθεί.
 
 
2.Η αιτιολογημένη γνώμη αποσκοπεί στη διαμόρφωση της θέσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την παράβαση και στον προσδιορισμό του αντικειμένου ενδεχόμενης προσφυγής για παράβαση, ενώ καλεί το κράτος-μέλος να τερματίσει την παράβαση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή έκθεση των λόγων που οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος έχει παραβιάσει κάποια από τις υποχρεώσεις που έχει  σύμφωνα με τη Συνθήκη.
 
3.Η παραπομπή στο Δικαστήριο σηματοδοτεί το στάδιο της άσκησης προσφυγής.
 
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τόσο την κίνηση της διαδικασίας παράβασης και την παραπομπή στο Δικαστήριο όσο και τη χρονική στιγμή για την άσκηση της προσφυγής.
 
Οι καταγγελίες πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς με επιστολή, φαξ ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Μπορείτε να βρείτε τη σχετική φόρμα καταγγελίας εδώ: http://ec.europa.eu/eu_law/your_rights/your_rights_forms_el.htm 
 
Είναι πολύ σημαντικό ο φάκελος της καταγγελίας να είναι πλήρης και ακριβής, ιδιαίτερα όσον αφορά τα γεγονότα που καταγγέλλονται και αποδίδονται στο οικείο κράτος μέλος.
 
Όλη η αλληλογραφία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας στο πλαίσιο καταγγελίας καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρείται στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.
Αρμόδιες για την επί της ουσίας εξέταση κάθε αλληλογραφίας ή/και καταγγελίας είναι οι γενικές διευθύνσεις και οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 

Η εξέταση μιας υπόθεσης στο πλαίσιο της διαδικασίας παράβασης μπορεί να ακολουθεί τα εξής στάδια:

 
1. Στάδιο έρευνας
 
Σε συνέχεια της καταγγελίας, ενδέχεται να αποδειχτεί αναγκαία η αναζήτηση επιπρόσθετων πληροφοριών για τον προσδιορισμό των γεγονότων και των νομικών ζητημάτων που σχετίζονται με το φάκελο.
 
Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έρθει σε επαφή με τις αρχές του κράτους μέλους κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία, δεν αποκαλύπτει την ταυτότητα του καταγγέλλοντος χωρίς τη ρητή του συγκατάθεση.
 
 
Μετά την εξέταση των περιστατικών,οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποφασίζουν εάν πρέπει να δοθεί συνέχεια ή όχι στην καταγγελία.
 
2. Κίνηση διαδικασίας παράβασης: επίσημες επαφές μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους
 
Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρίνει ότι ενδέχεται να υπάρχει παράβαση του δικαίου της Ένωσης η οποία δικαιολογεί την κίνηση διαδικασίας παράβασης, απευθύνει στο οικείο κράτος μέλος επιστολή αποκαλούμενη «προειδοποιητική επιστολή» με την οποία το καλεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός καθορισμένης προθεσμίας.
 
Το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται αυτή η επιστολή πρέπει να λάβει θέση αναφορικά με τα πραγματικά και τα νομικά στοιχεία πάνω στα οποία η Επιτροπή στηρίζει την απόφασή της να κινήσει διαδικασία παράβασης.
 
Ανάλογα με την απάντηση του κράτους μέλους, ή σε περίπτωση μη απάντησης, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να του αποστείλει «αιτιολογημένη γνώμη» στην οποία εκθέτει με σαφήνεια και οριστικά τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι υπάρχει παράβαση του δικαίου της Ένωσης και με την οποία καλεί το κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς το δίκαιο της Ένωσης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (συνήθως δύο μήνες).
 
Σκοπός των επίσημων επαφών είναι να εξακριβωθεί εάν όντως υπάρχει παράβαση του δικαίου της Ένωσης και, εφόσον υπάρχει, να καταβληθεί προσπάθεια επανόρθωσης στο στάδιο αυτό χωρίς την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
 
Ανάλογα με την απάντηση, η Επιτροπή μπορεί επίσης να αποφασίσει τη μη συνέχιση της διαδικασίας παράβασης, εάν για παράδειγμα το κράτος μέλος δώσει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι θα τροποποιήσει τη νομοθεσία ή τη διοικητική του πρακτική. Οι περισσότερες περιπτώσεις διευθετούνται με τον τρόπο αυτό.
 
3. Προσφυγή στο Δικαστήριο
 
Εάν το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
 
Κατά μέσο όρο χρειάζονται περίπου δύο χρόνια μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο.
 
Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου διαφέρουν από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων.
 
Μετά το πέρας της διαδικασίας, το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη (ή μη) της παράβασης.
 
Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει εθνική διάταξη μη συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, να επιβάλει σε μια εθνική διοίκηση να ικανοποιήσει το αίτημα ιδιώτη ούτε να επιβάλει στο κράτος μέλος την καταβολή αποζημίωσης σε ιδιώτη ο οποίος έχει θιγεί από την παράβαση του δικαίου της Ένωσης.
 
Εναπόκειται στο καταδικασθέν από το Δικαστήριο κράτος μέλος να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να συμμορφωθεί με την απόφαση, με στόχο κυρίως την επίλυση της διαφοράς εξ αιτίας της οποίας προέκυψε η διαδικασία.
 
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενός κράτους μέλους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να προσφύγει εκ νέου στο Δικαστήριο και να ζητήσει την επιβολή κατ' αποκοπή ποσού ή/και χρηματικής ποινής στο κράτος μέλος έως ότου αυτό θέσει τέρμα στην παράβαση. Αρχή της σελίδας
 
 
Μετά την καταχώριση της καταγγελίας στη Γενική Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η καταγγελία λαμβάνει επίσημο αριθμό πρωτοκόλλου ο οποίος αναγράφεται στο αποδεικτικό παραλαβής και πρέπει να αναφέρεται σε κάθε σχετική επικοινωνία.
 
Εφόσον κριθεί ότι οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να απευθυνθούν στις αρχές του κράτους μέλους κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία, θα το πράξουν σεβόμενες την επιλογή του καταγγέλλοντος αναφορικά με το απόρρητο της ταυτότητάς του
 
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας του φακέλου εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας στη Γενική Γραμματεία.
 
Σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αυτής, η υπηρεσία της Επιτροπής που είναι αρμόδια για τον φάκελο παράβασης ενημερώνει γραπτώς τον καταγγέλλοντα μετά από σχετική αίτησή του. Εάν η αρμόδια υπηρεσία σκοπεύει να προτείνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη θέση του φακέλου στο αρχείο, ο καταγγέλλων ενημερώνεται προηγουμένως σχετικά. 
 
 
Εάν ο καταγγέλλων θεωρεί ότι δεν έτυχε της δέουσας διοικητικής αντιμετώπισης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας του επειδή η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της κάποιο από τα ισχύοντα μέτρα, μπορεί να προσφύγει στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
 
Ένα τέτοιο παράδειγμα καταγγελίας αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στην Ισπανία και συγκεκριμένα: 
 
Τον Ιούνιο του 2006 πραγματοποιήθηκε διερευνητική επίσκεψη στη Μαδρίτη μετά από αρκετές αναφορές σχετικά με την  σχεδιασθείσα επέκταση του αυτοκινητοδρόμου Μ30 στη Μαδρίτη. Η βασική καταγγελία των αναφερόντων ήταν η έλλειψη μελετών για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν διενεργηθεί για ένα έργο τέτοιου είδους και μεγέθους, δεδομένης της θέσης του. Αυτές οι μελέτες απαιτούνται βάσει της οδηγίας 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον. Η έρευνα που διενεργήθηκε από της υπηρεσίες της Επιτροπής αποκάλυψε τη μη τήρηση, κατά την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου, της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
 
Χρύσα Τσιώτση