Διευκρινίζεται ότι είχαν προσφερθεί στην παθούσα μέτρα προστασίας, τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά
Το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. εξέδωσε ανακοίνωση όπου τονίζει ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τα όσα διατυπώθηκαν στην τηλεοπτική εκπομπή «Εξελίξεις Τώρα» του Mega περί αδιαφορίας ή πλημμελής διαχείρισης από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας που κατήγγειλε μια 35χρονη.
Στην ανακοίνωσή της, η ΕΛ.ΑΣ. υποστηρίζει ότι οι καταγγελίες της 35χρονης γυναίκας καταγράφηκαν και αξιολογήθηκαν κανονικά, ενώ ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες αστυνομικές και δικαστικές διαδικασίες. Παράλληλα, διευκρινίζει ότι σε προηγούμενες καταγγελίες είχαν προσφερθεί στην παθούσα μέτρα προστασίας, τα οποία, σύμφωνα με την Αστυνομία, δεν έγιναν αποδεκτά.
Αναλυτικά η σχετική ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.:
«Σημερινές (σ.σ. χθεσινές) αναφορές που διατυπώθηκαν σε τηλεοπτική εκπομπή περί αδιαφορίας ή πλημμελούς διαχείρισης καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς από τα επίσημα στοιχεία της υπόθεσης προκύπτει ότι οι καταγγελίες της παθούσας καταγράφηκαν, αξιολογήθηκαν και έτυχαν του προβλεπόμενου αστυνομικού και δικαστικού χειρισμού.
Η παθούσα κατέθεσε καταγγελίες για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων σε περισσότερες από μία περιπτώσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι καταγγελίες καταγράφηκαν κανονικά και εκδόθηκαν αναζητήσεις για τον δράστη στα όρια του αυτοφώρου.
Όλες οι δικογραφίες που σχηματίστηκαν έχουν υποβληθεί κανονικά στον αρμόδιο εισαγγελέα, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Κατά τις δύο πρώτες καταγγελίες (Μάιος 2023 και Νοέμβριος 2024) , η παθούσα δεν δέχτηκε να της χορηγηθεί το "panic button" ούτε να μεταφερθεί σε ασφαλές κατάλυμα (safe house) της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ μετά την πρώτη καταγγελία δράστης και θύμα είχαν υπογράψει ποινική διαμεσολάβηση.
Σήμερα, 6 Ιουνίου 2026, ο δράστης οδηγήθηκε με την αυτόφωρη διαδικασία στο δικαστήριο, δικάστηκε για την τελευταία καταγγελία και του επιβλήθηκε ποινή με αναστολή, ενώ στη συνέχεια, αφέθηκε ελεύθερος με απόφαση της Δικαιοσύνης.
Η Ελληνική Αστυνομία υπενθυμίζει ότι η διαχείριση καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας γίνεται σύμφωνα με τον νόμο και τα ισχύοντα πρωτόκολλα προστασίας, με σεβασμό στα δικαιώματα και την ασφάλεια των θυμάτων αλλά και την ιδιαίτερη ευαισθησία και τον επαγγελματισμό που επιδεικνύει το προσωπικό των Γραφείων Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας».
«Αν αφεθεί ελεύθερος θα με σκοτώσει»
Μία 35χρονη μητέρα δύο παιδιών περιγράφει τον εφιάλτη που έζησε στα χέρια του συντρόφου της και τον φόβο που νιώθει εάν αφεθεί ελεύθερος.
Όπως είπε στις «Εξελίξεις Τώρα», την ίδια ώρα που η Ελλάδα θρηνούσε για την αδικοχαμένη Βασιλική, η ίδια έπεφτε θύμα άγριου ξυλοδαρμού για ακόμα μία φορά. Η 35χρονη, μάλιστα, καταγγέλλει πως ο σύντροφός της επιχείρησε να την πνίξει επειδή ζήλεψε.
«Μου έβαλε τα χέρια στο λαιμό, πήγε να με πνίξει. Φοβήθηκα εκείνη τη στιγμή, γιατί νόμιζα ότι αρχίζω και τα χάνω και χάνω τις αισθήσεις μου. Και είχα ένα μαχαίρι. Πιάνει το χέρι μου ένα μαχαίρι εκείνη τη στιγμή στην κουζίνα και πάω να τον απειλήσω και μου γυρνάει το χέρι μαζί με το μαχαίρι να μου το βάλει στην κοιλιά».
Το χρονικό
Η γυναίκα απευθύνθηκε στην κοινωνική υπηρεσία του δήμου της και έτσι ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για τη σύλληψη του 37χρονου.
«Είχα πάει στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου. Απευθύνθηκα εκεί, γιατί δεν πήγαινε άλλο. Τους τα εξήγησα όλα. Το τι έχει συμβεί όλα αυτά τα χρόνια. Πήρε την πρωτοβουλία μία κυρία εκεί του Δήμου να καλέσει εκείνη την αστυνομία. Είχε πάρει γύρω στις 40 φορές τηλέφωνο. Με έπαιρνε ασταμάτητα και κάποια στιγμή μου λέει και η υπάλληλος σήκωσε τον να δούμε τι θέλει και άρχισε να βρίζει, να μιλάει με πάρα πολύ άσχημα λόγια. Του τύπου είμαι εκεί και συνάπτω σχέσεις ερωτικές με κάποιους. Άρχισε να φωνάζει, να απειλεί ότι «τελείωνε. Έλα και θα δεις τι έχει να γίνει».
Το πρώτο βράδυ της σύλληψής του, ήταν και το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκε ήρεμα, όπως λέει.
«Δεν μπορώ να το περιγράψω αυτό που νιώθω, η αλήθεια είναι. Αλλά κοιμάμαι ήρεμα, ξυπνάω ήρεμα και σήμερα που πήγα τα παιδιά στο σχολείο, έβαλα πρώτη φορά μουσική στο αυτοκίνητο, κάτι που δεν το έκανα. Και λέω μέσα μου είναι τόσο ωραία η ζωή και αυτό δεν αξίζει σε κανέναν να μην μπορεί να γελάσει, να πάει μια βόλτα, να απολαύσει τον ήλιο, τον καιρό, τα απλά πράγματα. Και λέω όχι, αυτό πρέπει να σταματήσει. Και λέω αφού έχει γίνει η αρχή, πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να τιμωρούνται».
«Με έχει χτυπήσει μπροστά στα παιδιά. Μου είχε βάλει και άλλες φορές τα χέρια στο λαιμό, με έχει σπρώξει μπροστά στα παιδιά και επειδή πήρε τα κλειδιά μου και το κινητό μου, πάω να τον τραβήξω και έφυγαν όλα τα νύχια από το χέρι μου. Με τόση δύναμη, δηλαδή, με έσπρωξε. Δεν κατάφερα να τον κρατήσω και όπως ήμουν μέσα στα αίματα, γιατί τα παιδιά έκλαιγαν, πήγα στην αστυνομία. Πήγα μες στα αίματα. Τους είπα δεν αντέχω, με ξέρουν, έχει γίνει πλέον σαν το δεύτερο σπίτι μου η αστυνομία».
«Μετά, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ερχόταν σπίτι, όλα καλά. Έφερνε, ας πούμε, κάποιο δώρο για μένα και καλά να με καλοπιάσει, θεωρώντας ότι εντάξει τώρα είναι μια χαρά. Αν αφεθεί ελεύθερος, φοβάμαι. Φοβάμαι και για μένα και για τα παιδιά. Δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Αν αφεθεί ελεύθερος, νομίζω ότι θα φύγω. Δε γίνεται να ζω με το φόβο. Η πρώτη μέρα μετά τη σύλληψή του δεν το πίστευα ότι είναι μέσα και όταν βγήκα με τα παιδιά να τα πάω στις δραστηριότητές τους, κοίταγα δεξιά κι αριστερά. Νόμιζα ότι είναι κάπου και θα έρθει πάλι να κάνει φασαρία. Δεν το πίστευα. Μετά συνειδητοποιούσα ότι ηρέμησε, είναι μέσα, είμαστε ασφαλείς».