Δικηγορικό απόρρητο. Πόσα αλήθεια γνωρίζετε σχετικά με αυτό;

Το δικηγορικό απόρρητο απορρέει από την ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εντολέα (του πελάτη) και του δικηγόρου και πρόκειται για θεσμό, ο οποίος εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και για το λόγο αυτό και καλύπτει όλο το εύρος της κάθε επικοινωνίας μεταξύ των μερών και εκτείνεται και πέραν των χρονικών ορίων ισχύος της σχέσεως εντολής (σχέσης μεταξύ πελάτη και Δικηγόρου), εξακολουθώντας να ισχύει ακόμη και μετά τον θάνατο του κυρίου του απορρήτου εντολέα. Δηλαδή, το Δικηγορικό απόρρητο εξακολουθεί να ισχύει και μετά το θάνατο του εντολέα (του πελάτη του Δικηγόρου). Συνεπώς, η κατ' οιονδήποτε τρόπο παραβίασή του συνιστά βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα καθιστώντας τον δικηγόρο που το παραβίασε, ελεγκτέο.

Ο δικηγόρος λοιπόν οφείλει να τηρεί αυστηρά την εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύεται ο εντολέας του κατά την ανάθεση και εκτέλεση της εντολής ή πληροφορείται κατά τη διάρκεια του χειρισμού της.

Το Δικηγορικό απόρρητο είναι τόσο σημαντικό ώστε σε κάθε περίπτωση ο Δικηγόρος δεν μπορεί να εξετάζεται ως μάρτυρας για υπόθεση στην οποία έχει αναμειχθεί ως δικηγόρος, χωρίς την προηγούμενη άδεια του ΔΣ του Συλλόγου στον οποίο ανήκει, ή του Προέδρου αυτού σε κατεπείγουσα περίπτωση. Αυτό ισχύει και για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή, για όλες τις υποθέσεις του εντολέα στον οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους.

Επίσης, σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ότι η κατ' οίκον ή στο γραφείο του Δικηγόρου έρευνα, καθώς και σωματική έρευνα και κατασχέσεις εγγράφων που βρίσκονται στα χέρια του Δικηγόρου, απαγορεύονται, εφόσον ο Δικηγόρος είναι πληρεξούσιος του κατηγορουμένου ή συνήγορος αυτού.

Επίσης, ο Δικηγόρος δύναται να επικαλεσθεί ενώπιον Δικαστηρίου το γεγονός ότι τυχόν κατάθεσή του θα προσκρούσει στο επαγγελματικό απόρρητο και ως εκ τούτου δεν υποχρεούται σε μαρτυρία.

Υπάρχουν ειδικές νομοθετικές προβλέψεις σχετικά με αδικήματα φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας κα τις υποχρεώσεις που έχουν ορισμένα πρόσωπα που υπόκεινται σε αυτές τις ειδικές διατάξεις του νόμου, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι δικηγόροι όταν συμμετέχουν, είτε ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό των πελατών τους στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή συναλλαγών επί ακινήτων, όπως για παράδειγμα σχετικά με:

1) Την αγορά ή πώληση ακινήτων ή επιχειρήσεων,

2) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους,

3) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών ταμιευτηρίου ή άλλων λογαριασμών,

4) την οργάνωση των αναγκαίων εισφορών για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών

Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που πρέπει να αποκαλυφθούν πληροφορίες και στοιχεία για την εξακρίβωση σοβαρών αδικημάτων, η παροχή νομικών συμβουλών εξακολουθεί να υπόκειται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, εκτός βέβαια κι εάν ο ίδιος ο δικηγόρος συμμετέχει σε δραστηριότητες νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή εάν οι νομικές συμβουλές του παρέχονται με σκοπό τη διάπραξη αυτών των αδικημάτων ή εν γνώσει του γεγονότος ότι ο πελάτης του ζητεί νομικές συμβουλές προκειμένου να διαπράξει τα ως άνω αδικήματα.

Σε αντίθεση με άλλα απόρρητα, όπως το τραπεζικό, το φορολογικό, κλπ, που έχουν ήδη καμφθεί κυρίως με σκοπό την διακρίβωση σοβαρών οικονομικών εγκλημάτων, το δικηγορικό απόρρητο παραμένει ισχυρό και μπορεί να καμφθεί μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Γενικά βέβαια το ελληνικό νομικό πλαίσιο ναι μεν προέβλεψε ειδικές διαδικασίες και μηχανισμούς για την πρόληψη και καταστολή ορισμένων σοβαρών αδικημάτων (ναρκωτικά, φοροδιαφυγή, τρομοκρατία κλπ), αλλά δεν μερίμνησε για την ρύθμιση του δικηγορικού απορρήτου αναφορικά με τις ειδικότερες διατάξεις για τα προαναφερθέντα αδικήματα. Ως εκ τούτου, τα όρια ανάμεσα στη τήρηση του δικηγορικού απορρήτου και της διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος να είναι δύσκολο να καθοριστούν.

Θα έπρεπε δηλαδή ο νομοθέτης να καθορίσει ρητώς και με σαφήνεια τα όρια εκείνα δυνάμει των οποίων η υποχρέωση τήρησης απορρήτου του Δικηγόρου θα μπορεί να καμφθεί προκειμένου να διακριβωθούν τα σοβαρά εκείνα αδικήματα που απειλούν το δημόσιο συμφέρον, καθώς και τη δημόσια ασφάλεια.

Χρύσα Τσιώτση

Δικηγόρος 

[email protected]