Νομοθετική πρωτοβουλία για την αναγνώριση της λοχείας ως κατάσταση ανωτέρας βίας
Τον έντονο προβληματισμό και την ανησυχία του εκφράζει ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας σχετικά με τον τρόπο που δίνονται οι αναβολές στα δικαστήρια με αφορμή απόφαση δικαστηρίου που έκρινε πως δεν αποτελούσε λόγο ανωτέρας βίας το γεγονός ότι δικηγορος είχε γεννήσει πρόωρα, λίγες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, και ότι το μωρό της νοσηλευόταν σε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας.
Μάλιστα, ο ΔΣΑ προαναγγέλλει πρωτοβουλίες με στόχο την επαναξιολόγηση και την τροποποίηση των Κωδίκων «ώστε η κύηση και ιδιαιτέρως η επαπειλούμενη, ο τοκετός και η λοχεία συνιστούν σπουδαίους λόγους, δυνάμενους, κατά περίπτωση, να προσεγγίζουν ή και να στοιχειοθετούν κατάσταση ανωτέρας βίας, και, ως εκ τούτου, να θεμελιώνουν ρητά δικαίωμα χορήγησης αναβολής της υποθέσεως στο ακροατήριο».
«Η προστασία της μητρότητας, της υγείας και της οικογενειακής ζωής αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου και οφείλει να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη κατά την απονομή της δικαιοσύνης» αναφέρει ο ΔΣΑ, μεταξύ άλλων, στην ανακοίνωση του.
Συγκεκριμένα, ο ΔΣΑ σε ανακοίνωση του με τίτλο «Ο πρόωρος τοκετός αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας» αναφέρει τα εξής:
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με αφορμή το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 132/2026 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, εκφράζει τον έντονο προβληματισμό και την ανησυχία του για την κατεύθυνση που φαίνεται να διαμορφώνεται σε ορισμένες δικαστικές κρίσεις ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας και την αντιμετώπιση σοβαρών περιστάσεων υγείας και οικογενειακής ζωής των δικηγόρων.
Στην υπόθεση που απασχόλησε το ανωτέρω Δικαστήριο, κρίθηκε ότι δεν πιθανολογείται κακή σωματική ή ψυχολογική κατάσταση, ικανή να στοιχειοθετήσει λόγο ανωτέρας βίας, από το γεγονός ότι δικηγόρος είχε γεννήσει πρόωρα λίγες ημέρες πριν από τη δικάσιμο και ότι το νεογνό της νοσηλευόταν επί ημέρες σε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας ενώ η ίδια βρισκόταν σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική και σωματική κατάσταση, κλινήρης και εμπύρετη στην οικία της, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη διενέργεια οιαδήποτε πράξη μέριμνας των υποθέσεων της. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της απόφασης διατυπώνεται η θέση ότι η δικηγόρος όφειλε να είχε μεριμνήσει εκ των προτέρων για την ενημέρωση συναδέλφου ή για την οργάνωση της εκπροσώπησης των υποθέσεών της, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο πρόωρου τοκετού, κρίνοντας ότι οι ενέργειες αυτές ήταν «αναμενόμενες από τον μέσο συνετό δικηγόρο, στις οποίες εκείνη δεν προέβη».
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών θεωρεί ότι η άνω κρίση παραγνωρίζει τις ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες που επιφέρει η κατάσταση της λοχείας (όταν την ίδια ώρα άλλες διατάξεις λαμβάνουν αυτή υπόψιν τους ως λόγο μειωμένου καταλογισμού) και ταυτόχρονα εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς αναφορικά με την αντιμετώπιση της γυναίκας – μητέρας δικηγόρου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της ως συλλειτουργός της δικαιοσύνης.
Για τους λόγους αυτούς, το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών:
- Εκφράζει τον έντονο προβληματισμό του για την ερμηνευτική κατεύθυνση που αποτυπώνεται στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 132/2026 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας σε περιστάσεις σοβαρής υγείας και ιδίως κατά την περίοδο της λοχείας.
- Υπογραμμίζει την ανάγκη οι δικαστικές κρίσεις να λαμβάνουν υπόψη την ανθρώπινη διάσταση του δικηγορικού λειτουργήματος και τις πραγματικές συνθήκες που μπορεί να καθιστούν αντικειμενικά αδύνατη την άσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων.
- Τονίζει ότι η προστασία της μητρότητας, της υγείας και της οικογενειακής ζωής αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου και οφείλει να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη κατά την απονομή της δικαιοσύνης.
- Αναλαμβάνει άμεσα πρωτοβουλία για επαναξιολόγηση και τροποποίηση των Κωδίκων ώστε η κύηση και ιδιαιτέρως η επαπειλούμενη, ο τοκετός και η λοχεία (για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 40 ημερών από τον τοκετό, σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης), συνιστούν σπουδαίους λόγους, δυνάμενους, κατά περίπτωση, να προσεγγίζουν ή και να στοιχειοθετούν κατάσταση ανωτέρας βίας, και, ως εκ τούτου, να θεμελιώνουν ρητά δικαίωμα χορήγησης αναβολής της υποθέσεως στο ακροατήριο.
Η εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης προϋποθέτει αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ όλων των λειτουργών της.