Ενδείξεις καταθλίψεις «αποκαλύπτουν» οι φωτογραφίες στα social media

Ενδείξεις καταθλίψεις «αποκαλύπτουν» οι φωτογραφίες στα social media

Τα σκούρα χρώματα και οι πολλές μοναχικές «σέλφι» είναι κάποια στοιχεία που προδίδουν την ψυχολογική κατάσταση του χρήστη

Ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα υπολογιστή, που ανέπτυξαν ερευνητές στις ΗΠΑ, μπορεί να διαγνώσει έγκαιρα τις πρόωρες ενδείξεις κατάθλιψης σε έναν άνθρωπο, αναλύοντας απλώς τις φωτογραφίες που έχει αναρτήσει στο Instagram, στο Facebook και σε άλλα κοινωνικά δίκτυα, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Το πρόγραμμα βασίζεται στο γεγονός ότι όταν κανείς αρχίζει να έχει μαυρίλες, αυτό αντανακλάται στις φωτογραφίες του. Έτσι, είναι δυνατό -χάρη στους κατάλληλους αλγόριθμους του προγράμματος- να δημιουργηθεί ένα νέου τύπου σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για την επερχόμενη κατάθλιψη, το οποίο μελλοντικά θα μπορούσε να ενσωματωθεί ακόμη και σε εφαρμογή κινητού τηλεφώνου.

Η μελέτη δείχνει ότι οι φωτογραφίες των χρηστών με αρχόμενη κατάθλιψη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τείνουν να έχουν πιο σκούρα χρώματα (μια ένδειξη αρνητικής ψυχικής διάθεσης), να περιέχουν λιγότερα πρόσωπα και πολλές μοναχικές «σέλφι» (μια ένδειξη εσωστρέφειας), να προσελκύουν περισσότερα σχόλια από άλλους χρήστες (όχι πάντα θετικά) και να κάνουν μικρότερη χρήση των διαφόρων φίλτρων.

Όταν γίνεται χρήση φίλτρου, συχνότερα χρησιμοποιείται κάποιο, όπως το Inkwell στο Instagram, που μετατρέπει τις έγχρωμες φωτογραφίες σε ασπρόμαυρες. Αντίθετα οι ψυχικά υγιείς χρήστες προτιμούν φίλτρα όπως το Valencia, που προσδίδουν στις φωτογραφίες ένα πιο ζεστό και φωτεινό τόνο.

Επιπλέον, οι άνθρωποι με κατάθλιψη κάνουν συχνότερες αναρτήσεις φωτογραφιών σε σχέση με όσους δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα.

Η έως τώρα δοκιμή του προγράμματος με 166 χρήστες και σχεδόν 44.000 φωτογραφίες δείχνει ότι έχει ποσοστό επιτυχίας γύρω στο 70% στην έγκαιρη διάγνωση της κατάθλιψης, έναντι 42% που έχουν οι παθολόγοι και γενικοί γιατροί (όχι οι ψυχολόγοι και ψυχίατροι).

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τους Κρις Ντάνφορθ και 'Αντριου Ρις των πανεπιστημίων Βερμόντ και Χάρβαρντ αντίστοιχα, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό πληροφορικής «EPJ Data Science».

Παρακαλούμε περιμένετε ...