Δίκαιο και έθιμα στο ελληνικό δίκαιο

 

Το έθιμο στις πρωτόγονες κοινωνίες αποτελούσε τη μοναδική πηγή δικαίου, αλλά με την πάροδο του χρόνου αυτό άρχισε να αποδυναμώνεται. Ωστόσο, και στις μέρες μας και συγκεκριμένα στην Ελλάδα, το έθιμο και οι απορρέουσες από αυτό αρχές συνιστούν τα κριτήρια με τα οποία ερμηνεύονται οι συμβάσεις. Ας δούμε όμως μερικά χαρακτηριστικά του εθίμου, καθώς και της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών που απορρέουν από αυτό.Στα πρωτόγονα  λοιπόν νομικά καθεστώτα, το έθιμο αποτελούσε για αυτά τη μοναδική πηγή δικαίου. Αργότερα, με την επιβολή της απόλυτης εξουσίας του ηγεμόνα, που εξέδιδε νομικούς κανόνες δεσμευτικούς για τους υπηκόους του, το έθιμο περιορίστηκε σημαντικά και άρχισε να χάνει την αρχική νομική δεσμευτική ισχύ του.

Το έθιμο ως πηγή δικαίου είναι μία σταθερή και ομοιόμορφη επανάληψη μιας ορισμένης συμπεριφοράς εκ μέρους της  κοινωνίας που  πηγάζει από την κοινή και παγιωμένη πεποίθηση ότι εκτελεί μια νομική υποχρέωση.

Γενικά, η εξωτερική συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα στο κοινωνικό σύνολο, εκτός από τους κανόνες δικαίου και τους κανόνες ηθικής, ρυθμίζεται και από άλλους κανόνες, που αποτελούν τα ήθη, την εθιμοτυπία, τις συνήθειες που διαμορφώνονται σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία (π.χ. προσφορά δώρων σε γιορτές, εκδηλώσεις πένθους κτλ.). Κύριος σκοπός των κανόνων αυτών είναι η ευπρεπής συμπεριφορά των ανθρώπων και η τήρηση κοινωνικών υποχρεώσεων. Η παράβαση των κανόνων αυτών γενικά, δεν συνεπάγεται κυρώσεις, αλλά σίγουρα συνεπάγεται την κοινωνική αποδοκιμασία.

Είναι εφικτό όμως ένας  συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς, μερικές φορές να θεωρείται κανόνας εθιμοτυπίας και άλλες φορές να θεωρείται  κανόνας δικαίου. Αυτό εξαρτάται ανάλογα με τα πρόσωπα στα οποία αφορά, π.χ. ο χαιρετισμός μεταξύ γνωστών ανθρώπων θεωρείται ως κανόνας εθιμοτυπίας, ο χαιρετισμός όμως μεταξύ στρατιωτικών αποτελεί κανόνα δικαίου και η παράβασή του συνεπάγεται κυρώσεις, είναι δηλαδή κανόνας εθιμοτυπίας που έχει πλέον καταστεί κανόνας δικαίου και άρα η παραβίασή του συνεπάγεται κυρώσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαρύτητας και της σημασίας που δίνει το ελληνικό δίκαιο στα έθιμα είναι το γεγονός ότι πολλές φορές το δίκαιο παραπέμπει σε κανόνες εθιμοτυπίας, οπότε οι τελευταίοι γίνονται υποχρεωτικοί και η παράβασή τους έχει συνέπειες. Συχνά,  το Δίκαιο στην Ελλάδα αναφέρεται και παραπέμπει στην «καλή πίστη», δηλαδή στην εντιμότητα με την οποία πρέπει να  συμπεριφέρονται και να δρουν στις συναλλαγές τους οι άνθρωποι, καθώς και στα «συναλλακτικά ήθη», δηλαδή στις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, για παράδειγμα, το σύστημα των δόσεων. Προβλέπεται δηλαδή από το νόμο ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Αυτό και μόνο αποδεικνύει τη σημασία των εθίμων και των αρχών που πηγάζουν από αυτό στο ελληνικό δίκαιο.

 Κάθε κοινωνική αντίληψη ή πεποίθηση που εκδηλώνεται με πράξεις και επαναλαμβανόμενα αποτελεί έθιμο. Ένα άλλο  χαρακτηριστικό του εθίμου είναι πως αυτό αποτελεί μια αυθόρμητη εκδήλωση, με την έννοια πως δεν επιβάλλεται ρητά από τους νόμους. Το έθιμο. δεν είναι νόμος, αλλά λόγω της επαναλαμβανόμενης και ομαδικής τήρησης και επικράτησης του στο κοινωνικό σύνολο, δεσμεύει τα άτομα από κοινωνικής άποψης διότι αυτά εξαρτώνται από την κοινή γνώμη και δίνουν μεγάλη σημασία σε αυτή προκειμένου να έχουν καλή φήμη στην κοινωνία, στο επάγγελμά τους κλπ.

Για το λόγο αυτό, τα έθιμα συνιστούν πολλές φορές πηγή δικαίου. Βέβαια συχνά τα έθιμα ξεχνιούνται ή ατονούν με την πάροδο του χρόνου ή δέχονται τα στοιχεία της τεχνολογικής  προόδου. Τα παλαιότερα έθιμα μπορεί να αλλάζουν ή και να λησμονούνται, ωστόσο, πάντα υπάρχει η τάση του ανθρώπου να δημιουργεί νέα έθιμα, καθώς πάντοτε υπάρχουν κοινές πίστεις και ενέργειες μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας που χαρακτηρίζουν σταθερά τη ζωή και τις εκδηλώσεις του ανθρώπου, οπότε είναι λογικό να δημιουργούνται νέα έθιμα. 

 

Χρύσα Τσιώτση 

Δικηγόρος 

[email protected]